σαλικός

-ή, -ό, Ν [Σάλιοι (ΙΙ)]
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους Σαλίους Φράγκους, ομάδα φύλων τής Κάτω Γερμανίας (α. «σαλικός νόμος» — ποινικός και δικονομικός κώδικας τών Σαλίων Φράγκων, ο σπουδαιότερος από όλους τους τευτονικούς κώδικες νόμων, που εκδόθηκε για πρώτη φορά μεταξύ τού 507 και 511, αλλ. σάλιος νόμος
β. «σαλική δυναστεία» — βασιλική και αυτοκρατορική δυναστεία τών Γερμανών που βασίλευσε από το 1024 ώς το 1125).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαλικός νόμος — (Νομ.). Νόμος των Σαλίων Φράγκων (5ος 6ος μ.Χ. αι.). Μια από τις διατάξεις του (άρθρ. 59), που αποκλείει τις γυναίκες από την κληρονομιά των οικογενειακών κτημάτων, πέρασε από το ιδιωτικό στο δημόσιο δίκαιο και υιοθετήθηκε ευρύτατα, κυρίως μετά… …   Dictionary of Greek

  • σάλιος — ία, ο, Ν [Σάλιοι (ΙΙ)] σαλικός …   Dictionary of Greek

  • Κόνραντ — I (Conrad, Τουλούζ 925 – 993). Βασιλιάς της Βουργουνδίας (937 995), γνωστός ως Κ. ο Ειρηνικός. Ανήλθε στον θρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του, Ροδόλφου Β’. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, καταδιώχθηκαν οι ομάδες των Σαρακηνών και των… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.